Η μεταμόρφωση

Έπαιζε νευρικά με το σκορπιό στα δάχτυλα του, μια τον κράταγε με τον αντίχειρα και το δείκτη , μια με το μικρό και τον παραμεσο. Είχε τρομερό άγχος. Άνοιγε κάθε τόσο το καθρεπτάκι του αυτοκινήτου, κοίταζε για λίγο το πρόσωπο του και το ξανάκλεινε. Αυτό επαναλαμβανόταν για κάμποση ώρα. Αισθανόταν πολύ βαρύς , σαν να τον είχε καταπλακώσει στο στήθος ένα τεράστιο πιάνο και μάλιστα ριγμένο με δύναμη από κάποιο όροφο πολυκατοκίας.Σκέφτηκε για λιγο την εικονα ,πως θα ήταν να έπεφτε πάνω του ένα πιανο,χαμογέλασε σπασμωδικά και ξανάρχισε να παίζει με το σκορπιό. Ήταν ένας σκορπιός από κεχριμπάρι ,του τον είχε χαρίσει το αφεντικό του στα γενέθλια του καθώς ανήκε σε αυτό τον αστερισμό.

-Είσαι σκορπιός ή μυρμήγκι; Του έλεγε κάθε τόσο με δηκτικότητα,η εταιρεία θέλει σκορπιούς!!!!!!!

Η αλήθεια ήταν ότι πολλές φορές αισθανόταν σαν μυρμήγκι,προγραμματισμένος και συνεπής ,ήταν ο μόνος που έσωζε από μικροχασούρες την εταιρεία με τη μεθοδικότητα του.Συχνά έπαιρνε συγχαρητήρια και ντροπαλός καθώς ήταν συνέχιζε ήσυχα τη δουλειά του.Ούτε φιλόδοξος ήταν,ούτε προσδοκίες είχε ποτέ. Οι προσδοκίες του προκαλούσαν άγχος. Ήθελε απλά να χαίρεται τη ζωή του. Αρεσκόταν πολύ στη ρουτινα, εκείνο που οι άλλοι χαρακτήριζαν ως βαρετό, για αυτόν ήταν μια ευτυχισμένη πραγματικότητα. Κάθε μέρα όσο ίδια ήταν με την προηγούμενη, τόσο πιό ήρεμος ήταν. Δεν του άρεσε η ιδέα να ξεχωρίζει από το μέσο όρο, ήθελε να περνά απαρατήρητος, έτσι μόνο αισθανόταν πραγματικά ελεύθερος. Ούτε πολλές εξάρσεις, ούτε πολλές εκπλήξεις. Μια απλή ζωή,αυτό ήθελε να ζήσει.

Ξανακοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη και για μια στιγμή νόμισε πως στην αντανάκλαση του δεν ήταν πια ο ίδιος αλλά, ένας πολύ άσχημος γέρος με υπερβολικά ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Έπαιζε ασταμάτητα με το σκορπιό και τα δάχτυλα του είχαν πλέον ιδρώσει.
-Σκορπιός ή μυρμήγκι; Συνεχώς μονολογούσε.
Είχε μελετήσει πολύ αυτό που θα έκανε και τώρα που ήρθε επιτέλους η στιγμή της πράξης, μιας πράξης ανόσιας και ανήθικης για την ιδιοσυγκρασία του αλλά, επιβεβλημένης για τη συνείδηση του, είχε αρχίσει να φοβάται. Θα ήταν μια πράξη δίκαιης εκδίκησης.Έτσι καθησύχαζε κάθε τρεις και λίγο τη συνείδηση του.

Την εκδίκηση, την άφησε να τον κυριεύσει∙ πλημμύρισε μονομιάς το είναι του και δηλητηρίασε ολο του το κορμί .Τότε ήταν που άρχισε η παράλυση. Των αξιών του, των καλών του τρόπων, της ευγενούς μέχρι πρότινος συμπεριφοράς του. Γιατί η εκδίκηση αν αγκυροβολήσει στο λιμάνι της ψυχής σου, δε φεύγει εύκολα.Αν της επιτραπεί η είσοδος, θα παραμείνει εκεί δημιουργώντας για καιρό κακοκαιρία. Όχι ,η εκδίκηση δε φεύγει παρά μόνο αν ικανοποιηθεί η μανία της, όταν τα σκοτώσει όλα. Όταν σε μεταμορφώσει σε κάτι που ποτέ δεν πίστευες ότι θα είσαι.
Στο αναδρομικό ταξίδι της σκέψης του, ζούσε και ξαναζούσε εκείνη την ημέρα.
Φτάνοντας στο γραφείο, του έκαναν την ανακοίνωση. Η εταιρεία προβαίνει σε μειώσεις προσωπικού ,θεωρείται υψηλά αμειβόμενος και ως εκ τούτου ο διευθυντης σκέφτηκε ….. Δεν τον ενδιέφερε να μάθει τη ψευτοδικαιολογία της απόλυσης του και ούτε που άκουγε τη ρομποτική ανακοίνωση της γραμματέως… Η αποχώρηση του έγινε αθόρυβα , λίγο πριν τις διακοπές για το καλοκαίρι,οπότε κανεις δεν πήρε είδηση.
Ο σκορπιος κινούνταν πλέον ταχυδακτυλουργικά ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ένα αίσθημα δυσφορίας τον κυρίευσε ,για μια στιγμή πραγματικά πίστεψε ότι ο σκορπιός που κρατούσε στα χέρια του , τον τσίμπησε και τον είχε δηλητηριάσει . Πνιγόταν, αληθινά πνιγόταν. Ξαφνικά άρχισε να ξύνεται παντού και να τρέμει σαν κάποιος να του έσφιγγε το λαιμό. Θα πνιγεί, θα πεθάνει, σκεφτόταν.. Βγήκε γρήγορα από το αυτοκίνητο και ξεκούμπωσε το πουκάμισο του. Ξάπλωσε κατάχαμα και ακούμπησε το μάγουλο του στην υγρή από τη βροχή άσφαλτο. Με την κίνηση του αυτή, πάγωσε το πρόσωπο του και μια αίσθηση ηδονής τον κατέκλυσε.. Καθόταν έτσι ξαπλωμένος για κάμποση ώρα ,όταν λίγο πιο πέρα συνέλαβε με τη ματιά του κάτω από ένα δέντρο ένα μυρμήγκι που προσπαθούσε να μεταφέρει ένα κιτρινισμένο φυλλαράκι. Προχωρούσε περιμετρικά γύρω από το φύλλο και με επιμονή πάσχιζε να το σηκώσει.. Μετά από πολλές απόπειρες το κατάφερε και πήρε το δρόμο προς τη φωλιά του. Κοιτάζοντας το, άρχισε να κλαίει γοερά. Ξαπλωμένος στο δρόμο, με το μάγουλο του μουδιασμένο ,έκλαιγε πλέον με αναφιλητά.
Μετά από λίγα λεπτά, όταν συνήλθε, αποφάσισε να δει τα πράγματα πιο ψύχραιμα. Σηκώθηκε,σκούπισε τα υγρά του μάτια και κατευθυνόμενος προς το μυρμήγκι με πολλή οργή, άρχισε να το χτυπάει  με το σκορπιό μανιασμένα μέχρι που χάθηκε κάθε ίχνος της παρουσίας του. Προχώρησε ανακουφισμένος προς το αυτοκίνητο του αφήνοντας πίσω το κιτρινισμένο φυλλαράκι.Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά του αυτοκινήτου εντελώς μηχανικά και έβαλε μπρος για το σπίτι του. Τί σκεφτόταν αλήθεια να κάνει ;; Πώς ήταν δυνατόν να γίνει τόσο απάνθρωπος ; Άνοιξε το ραδιόφωνο και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στην οδήγηση για να μη σκέφτεται. Ξαφνικά όμως φρέναρε απότομα και γύρισε πίσω. Οι σκέψεις κατέφθαναν βίαια.
Θα μπω μέσα ,θα χτυπήσω δυνατά την πόρτα πίσω μου ,θα τον πλησιάσω ,θα τον κοιτάξω πολύ έντονα στα μάτια και με όλη μου τη δύναμη θα τον χτυπήσω στο κεφάλι με τουτον εδώ τον σκορπιό. Κατέβηκε γρηγορα από το αυτοκίνητο και ανέβηκε τρέχοντας τις σκαλες. Φτάνοντας στην είσοδο του γραφείου του,τον άκουσε να εξιστορεί ένα από τα ηλίθια ανέκδοτα του. Οι αυλοκόλακες είχαν μαζευτεί γύρω του και τα χαχανητά τους τον εξόργισαν ακόμα περισσότερο. Τον πλησιάσε και του φάνηκε περίεργο που η καρδια του δεν έτρεμε. Είχε μεταμορφωθεί όντως σε σκορπιό.. Σχεδίαζε να τον πλησιάσει, να τον σπρώξει μέσα στο γραφείο του ,να κλείσει την πόρτα και να αρχίσει να τον χτυπάει με μανία στο κεφάλι. Για δευτερόλεπτα οι σκέψεις του ήταν παρόμοιες με εκείνες ενός δολοφόνου . Στεκόταν αποσβολωμένος στην είσοδο , όταν το αφεντικό του άρχισε να τον πλησιάζει με ένα έκπληκτο μειδίαμα που θα μεταφραζόταν με τη φράση: «πώς από εδώ;» γεγονός που τον έκανε να δικαιολογεί ακόμα πιο πολύ την πράξη που θα εκτελούσε.. Κοίταξε την αντανάκλαση του στην πόρτα του ασανσέρ. Έμφανίστηκε και πάλι ο γέρος. Πάτησε γρήγορα το κουμπί και όση ώρα περίμενε ,το αφεντικό του άρχισε να του μιλάει . Δεν έστρεψε να τον κοιτάξει. Χωρίς να γυρίσει καθόλου πίσω του μπήκε στο ασανσέρ. Λύγισε τα πόδια του και έσκυψε για να κάνει εμετό .Ήταν τοσο κουρασμένος και ζαλισμένος . Σκέφτηκε το μυρμήγκι που σκότωσε χωρίς λόγο και ξέσπασε πάλι σε κλάματα. Το μόνο που ηθελε ήταν να συνεχίσει τη ζωή του. Ούτε πολλές εξάρσεις, ούτε πολλές εκπλήξεις. Μια απλή ζωή ,αυτό ήθελε να ζήσει. Ούτε σαν σκορπιός,ούτε σαν μυρμήγκι, απλά, σαν Άνθρωπος.
Βγήκε στο πάρκινγκ και εκείνη την ώρα φύσηξε ένα δροσερό αεράκι που τον γέμισε ελπίδες ,το κιτρινισμένο φυλλαράκι του μυρμηγκιού μεταφέρθηκε τώρα κοντά του. Έσκυψε,το σήκωσε ,το έβαλε στο στόμα του ,το γεύτηκε και ξεκίνησε για το σπίτι του. Σκέφτηκε πως θα ήταν πολύ καλή ιδέα να πάει από έναν άλλο δρόμο αυτή τη φορά.

This entry was posted in kellyjannini's blog. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>